Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Spooky stories - final part!

Εισαγωγή: Αν έχετε διαβάσει τα προηγούμενα μέρη της τρομαχτικής ιστορίας θα έχετε παρατηρήσει ότι (ειδικά στο 4ο μέρος) έχει πια σοβαρέψει πολύ το ύφος, έχει γίνει πιο μακάβριο και τα γεγονότα εξελίσσονται πιο γρήγορα, γιατί βασικά είναι πάρα πολλά. Το γράψιμο της ιστορίας με έχει κουράσει πολύ, αλλά σήμερα αυτή τελειώνει. Θέλω να σας παρακαλέσω να αφήσετε σχόλια για να ξέρω αν σας άρεσε ή τι δε σας άρεσε, τι θα προτιμούσατε να έχει γίνει κ.α.
Για άλλη μια φορά (και τελευταία!), καλές ανατριχίλες!

+ Πρόλογος
  
   Εν τω μεταξύ, έμεναν δύο ακόμα από τους ομαδάρχες ζωντανοί. Τα ονόματά τους ήταν γραμμένα στο βιβλίο του δολοφόνου. Έπρεπε να πεθάνουν.
   Ο πρώτος (ας τον πούμε Τζορτζ) δεν ένιωθε ασφαλής. Φοβόταν και είχε παραισθήσεις. Μα ήθελε να βρει τη λύση σε αυτό το μυστήριο. Έτσι, ταξίδεψε πίσω στην Ρωσία. Ανέβηκε πολύ ψηλά στο βουνό με το αυτοκίνητό του και, όταν δεν μπορούσε να συνεχίσει, ξεκίνησε το περπάτημα. Ανεβαίνοντας, με στόχο να φτάσει εκεί που ήταν το καταφύγιο, σκόνταψε και, πέφτοντας κάτω, το χέρι του χτύπησε σε κάτι που ήταν θαμμένο κάτω από το χιόνι. Αρχικά νόμιζε ότι ήταν απλά κάποιο κλαράκι που έσπασε στο χέρι του μα όταν άνοιξε την παλάμη του αντίκρισε ένα ολόκληρο κομμάτι από ένα σπασμένο, παγωμένο δάχτυλ-ο! Σοκαρισμένος κατάλαβε ότι ακριβώς από κάτω του βρισκόταν, θαμμένο στο χιόνι, ένα πτώμα. Άρχισε να αφαιρεί λίγο λίγο χιόνι μέχρι που κατάλαβε ότι είχε βρει το κεφάλι του νεκρού. Φέρνοντας το χέρι του κοντά για να απομακρύνει όσο χιόνι μπορούσε για να διακρίνει το πρόσωπο, ο νεκρός ξαφνικά ζωντάνεψε ουρλιάζοντας και με μια zombie-style σκατόφατσα του δάγκωσε το χέρι, κόβοντάς του δύο δάχτυλα. Ο Τζορτζ άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, με το κόκκινο αίμα του να ξεχωρίζει πάνω στο άσπρο του χιονιού. Το νεκρό σώμα του αγνοούμενου ορειβάτη σηκώθηκε και άρχισε να περπατά με πολύ αργές κινήσεις. Ο Τζορτζ έφτασε σοκαρισμένος στο αμάξι του και το έβαλε μπρος. Έτρεχε, αλλά ξαφνικά κάτι έπεσε πάνω στο παρμπρίζ του, κάνοντας το τζάμι κομμάτια. Ήταν το πτώμα του ορειβάτη. Τρόμαξε τόσο πολύ που έχασε -προφανώς- τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έφυγε από τον γκρεμό.
   Μετά το θάνατο του Τζορτζ, ο τελευταίος ζωντανός ακόμα ομαδάρχης, ο Άρθουρ, ήταν φοβισμένος. Ήξερε πως πλησίαζε και το δικό του τέλος. Είχε εφιάλτες. Και μια μέρα ξύπνησε απότομα, τρομαγμένος. Ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σηκώθηκε χωρίς να κάνει θόρυβο, για να μην ξυπνήσει τη γυναίκα του. Περπατώντας με αργές κινήσεις κατέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού του και έφτασε στο ισόγειο. Υπήρχε μια απόκοσμη ατμόσφαιρα εκείνη τη νύχτα. Ακούγονταν τρομακτικοί ήχοι, όπως τριξίματα κ.λπ. Αφού κοίταξε σε όλο το σπίτι και διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανείς μέσα, σκέφτηκε πως όλα αυτά ήταν στη φαντασία του. Μα μόλις έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στην κρεβατοκάμαρά του, είδε κάποιον. Μα ένα δευτερόλεπτο πριν δεν υπήρχε κανείς και τώρα ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά και σκούρα μπλε κουρέλια στεκόταν στη μέση του σαλονιού του, κοιτώντας τον με ένα απίστευτα τρομακτικό βλέμμα...
   Η γυναίκα του Άρθουρ ξύπνησε ουρλιάζοντας. Είδε πως ο άντρας της δεν ήταν ξαπλωμένος δίπλα της κι έτσι σηκώθηκε απ' το κρεβάτι. Πήγε στην ντουλάπα για να φορέσει κάτι πάνω της, τρέμοντας, σοκαρισμένη από τους εφιάλτες της. Μα μόλις άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας, από μέσα έπεσε το τρομακ-τικά παραμορφωμένο πτώμα του Άρθουρ, που την έκανε να πέσει κάτω ουρλιάζοντας από το φόβο της...
   Φυσικά και ο Τζέρι ήταν για άλλη μια φορά ο νούμερο 1 ύποπτος, αλλά και πάλι αθωώθηκε, γιατί είχε ακλόνητο άλλοθι. Την προηγούμενη νύχτα την είχε περάσει σε ξενοδοχείο γιατί στο σπίτι του είχε σπάσει κάποιος σωλήνας (ο ίδιος βέβαια τον έσπασε) και μέχρι να τον φτιάξει το διαμέρισμα είχε γεμίσει υγρασία. Έτσι, αν έφευγε από το ξενοδοχείο, σίγουρα θα γινόταν αντιληπτός.
   Τώρα πια, όλοι οι ομαδάρχες ήταν  νεκροί. Όλοι; Όχι. Ο Τζέρι ήταν ακόμα ζωντανός. Και το όνομά του ήταν γραμμένο στο βιβλίο του δολοφόνου...
   Η Λιζ, εν τω μεταξύ, ψάχνοντας στο ίντερνετ είχε διαβάσει για το θρύλο αυτού. Δεν ήθελε να πιστέψει κάτι τέτοιο, μα όλα έδειχναν πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
    Ο δολοφόνος της κόρης της αλλά και τόσων άλλων ανθρώπων κυκλοφορούσε ελεύθερος και εκείνη δεν μπορούσε να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Ένα βράδυ ξενύχτησε. Ήξερε πως ήταν το τελευταίο της. Έγραψε ένα σημείωμα για τον Ντάρεν (θυμάστε, τον μακρινό ξάδελφό της;), που του εξηγούσε όλους τους λόγους οι οποίοι την οδήγησαν σε αυτό που θα έκανε την επόμενη μέρα. Επίσης, έγραψε τη διαθήκη της...
   Το επόμενο πρωί, έχοντας βρει τη διεύθυνση του Τζέρι, πήγε στο σπίτι του. Εκείνος της άνοιξε την πόρτα και της είπε να περάσει μέσα. Μόλις η πόρτα έκλεισε, η Λιζ έβγαλε από την τσάντα της ένα μαχαίρι και άρχισε να μαχαιρώνει τον Τζέρι ξανά και ξανά και ξανά... Στη συνέχεια, κλαίγοντας, έβγαλε από την τσέπη της ένα χάπι και από την τσάντα της ένα μπουκάλι νερό. Αφού πήρε το χάπι, ξάπλωσε στο πάτωμα λίγο πιο δίπλα από τον Τζέρι και έκλεισε αργά τα μάτια της. Για πάντα...

ΤΕΛΟΣ

Επίλογος: Φαντάζομαι πως δεν σας άρεσε το τέλος. Γιατί; Επειδή δεν ήταν happy-end; Δηλαδή πώς το ορίζετε εσείς το χάπι-εντ; Θα προτιμούσατε να σκότωνε η Λιζ τον Τζέρι και μετά να έφευγε; Αυτό θα ήταν happy-end; Μα μπορεί να πήρε εκδίκηση, αλλά δεν έφερε πίσω την κόρη της. Η ζωή της καταστράφηκε με το θάνατο της Μαίρης και παραμένει κόλαση. Αφήστε που, αν έφευγε, θα έμπαινε στη φυλακή για φόνο και μάλιστα ίσως να έβρισκαν τρόπο να της φορτώσουν και τους άλλους φόνους! Η Λιζ ζει έναν εφιάλτη και η ζωή της είναι ένα βάρος γι' αυτήν. Η αυτοκτονία της είναι η μόνη λύτρωση για αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου