Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spooky stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spooky stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Spooky stories - final part!

Εισαγωγή: Αν έχετε διαβάσει τα προηγούμενα μέρη της τρομαχτικής ιστορίας θα έχετε παρατηρήσει ότι (ειδικά στο 4ο μέρος) έχει πια σοβαρέψει πολύ το ύφος, έχει γίνει πιο μακάβριο και τα γεγονότα εξελίσσονται πιο γρήγορα, γιατί βασικά είναι πάρα πολλά. Το γράψιμο της ιστορίας με έχει κουράσει πολύ, αλλά σήμερα αυτή τελειώνει. Θέλω να σας παρακαλέσω να αφήσετε σχόλια για να ξέρω αν σας άρεσε ή τι δε σας άρεσε, τι θα προτιμούσατε να έχει γίνει κ.α.
Για άλλη μια φορά (και τελευταία!), καλές ανατριχίλες!

+ Πρόλογος
  
   Εν τω μεταξύ, έμεναν δύο ακόμα από τους ομαδάρχες ζωντανοί. Τα ονόματά τους ήταν γραμμένα στο βιβλίο του δολοφόνου. Έπρεπε να πεθάνουν.
   Ο πρώτος (ας τον πούμε Τζορτζ) δεν ένιωθε ασφαλής. Φοβόταν και είχε παραισθήσεις. Μα ήθελε να βρει τη λύση σε αυτό το μυστήριο. Έτσι, ταξίδεψε πίσω στην Ρωσία. Ανέβηκε πολύ ψηλά στο βουνό με το αυτοκίνητό του και, όταν δεν μπορούσε να συνεχίσει, ξεκίνησε το περπάτημα. Ανεβαίνοντας, με στόχο να φτάσει εκεί που ήταν το καταφύγιο, σκόνταψε και, πέφτοντας κάτω, το χέρι του χτύπησε σε κάτι που ήταν θαμμένο κάτω από το χιόνι. Αρχικά νόμιζε ότι ήταν απλά κάποιο κλαράκι που έσπασε στο χέρι του μα όταν άνοιξε την παλάμη του αντίκρισε ένα ολόκληρο κομμάτι από ένα σπασμένο, παγωμένο δάχτυλ-ο! Σοκαρισμένος κατάλαβε ότι ακριβώς από κάτω του βρισκόταν, θαμμένο στο χιόνι, ένα πτώμα. Άρχισε να αφαιρεί λίγο λίγο χιόνι μέχρι που κατάλαβε ότι είχε βρει το κεφάλι του νεκρού. Φέρνοντας το χέρι του κοντά για να απομακρύνει όσο χιόνι μπορούσε για να διακρίνει το πρόσωπο, ο νεκρός ξαφνικά ζωντάνεψε ουρλιάζοντας και με μια zombie-style σκατόφατσα του δάγκωσε το χέρι, κόβοντάς του δύο δάχτυλα. Ο Τζορτζ άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, με το κόκκινο αίμα του να ξεχωρίζει πάνω στο άσπρο του χιονιού. Το νεκρό σώμα του αγνοούμενου ορειβάτη σηκώθηκε και άρχισε να περπατά με πολύ αργές κινήσεις. Ο Τζορτζ έφτασε σοκαρισμένος στο αμάξι του και το έβαλε μπρος. Έτρεχε, αλλά ξαφνικά κάτι έπεσε πάνω στο παρμπρίζ του, κάνοντας το τζάμι κομμάτια. Ήταν το πτώμα του ορειβάτη. Τρόμαξε τόσο πολύ που έχασε -προφανώς- τον έλεγχο του αυτοκινήτου και έφυγε από τον γκρεμό.
   Μετά το θάνατο του Τζορτζ, ο τελευταίος ζωντανός ακόμα ομαδάρχης, ο Άρθουρ, ήταν φοβισμένος. Ήξερε πως πλησίαζε και το δικό του τέλος. Είχε εφιάλτες. Και μια μέρα ξύπνησε απότομα, τρομαγμένος. Ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σηκώθηκε χωρίς να κάνει θόρυβο, για να μην ξυπνήσει τη γυναίκα του. Περπατώντας με αργές κινήσεις κατέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού του και έφτασε στο ισόγειο. Υπήρχε μια απόκοσμη ατμόσφαιρα εκείνη τη νύχτα. Ακούγονταν τρομακτικοί ήχοι, όπως τριξίματα κ.λπ. Αφού κοίταξε σε όλο το σπίτι και διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανείς μέσα, σκέφτηκε πως όλα αυτά ήταν στη φαντασία του. Μα μόλις έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στην κρεβατοκάμαρά του, είδε κάποιον. Μα ένα δευτερόλεπτο πριν δεν υπήρχε κανείς και τώρα ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά και σκούρα μπλε κουρέλια στεκόταν στη μέση του σαλονιού του, κοιτώντας τον με ένα απίστευτα τρομακτικό βλέμμα...
   Η γυναίκα του Άρθουρ ξύπνησε ουρλιάζοντας. Είδε πως ο άντρας της δεν ήταν ξαπλωμένος δίπλα της κι έτσι σηκώθηκε απ' το κρεβάτι. Πήγε στην ντουλάπα για να φορέσει κάτι πάνω της, τρέμοντας, σοκαρισμένη από τους εφιάλτες της. Μα μόλις άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας, από μέσα έπεσε το τρομακ-τικά παραμορφωμένο πτώμα του Άρθουρ, που την έκανε να πέσει κάτω ουρλιάζοντας από το φόβο της...
   Φυσικά και ο Τζέρι ήταν για άλλη μια φορά ο νούμερο 1 ύποπτος, αλλά και πάλι αθωώθηκε, γιατί είχε ακλόνητο άλλοθι. Την προηγούμενη νύχτα την είχε περάσει σε ξενοδοχείο γιατί στο σπίτι του είχε σπάσει κάποιος σωλήνας (ο ίδιος βέβαια τον έσπασε) και μέχρι να τον φτιάξει το διαμέρισμα είχε γεμίσει υγρασία. Έτσι, αν έφευγε από το ξενοδοχείο, σίγουρα θα γινόταν αντιληπτός.
   Τώρα πια, όλοι οι ομαδάρχες ήταν  νεκροί. Όλοι; Όχι. Ο Τζέρι ήταν ακόμα ζωντανός. Και το όνομά του ήταν γραμμένο στο βιβλίο του δολοφόνου...
   Η Λιζ, εν τω μεταξύ, ψάχνοντας στο ίντερνετ είχε διαβάσει για το θρύλο αυτού. Δεν ήθελε να πιστέψει κάτι τέτοιο, μα όλα έδειχναν πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
    Ο δολοφόνος της κόρης της αλλά και τόσων άλλων ανθρώπων κυκλοφορούσε ελεύθερος και εκείνη δεν μπορούσε να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Ένα βράδυ ξενύχτησε. Ήξερε πως ήταν το τελευταίο της. Έγραψε ένα σημείωμα για τον Ντάρεν (θυμάστε, τον μακρινό ξάδελφό της;), που του εξηγούσε όλους τους λόγους οι οποίοι την οδήγησαν σε αυτό που θα έκανε την επόμενη μέρα. Επίσης, έγραψε τη διαθήκη της...
   Το επόμενο πρωί, έχοντας βρει τη διεύθυνση του Τζέρι, πήγε στο σπίτι του. Εκείνος της άνοιξε την πόρτα και της είπε να περάσει μέσα. Μόλις η πόρτα έκλεισε, η Λιζ έβγαλε από την τσάντα της ένα μαχαίρι και άρχισε να μαχαιρώνει τον Τζέρι ξανά και ξανά και ξανά... Στη συνέχεια, κλαίγοντας, έβγαλε από την τσέπη της ένα χάπι και από την τσάντα της ένα μπουκάλι νερό. Αφού πήρε το χάπι, ξάπλωσε στο πάτωμα λίγο πιο δίπλα από τον Τζέρι και έκλεισε αργά τα μάτια της. Για πάντα...

ΤΕΛΟΣ

Επίλογος: Φαντάζομαι πως δεν σας άρεσε το τέλος. Γιατί; Επειδή δεν ήταν happy-end; Δηλαδή πώς το ορίζετε εσείς το χάπι-εντ; Θα προτιμούσατε να σκότωνε η Λιζ τον Τζέρι και μετά να έφευγε; Αυτό θα ήταν happy-end; Μα μπορεί να πήρε εκδίκηση, αλλά δεν έφερε πίσω την κόρη της. Η ζωή της καταστράφηκε με το θάνατο της Μαίρης και παραμένει κόλαση. Αφήστε που, αν έφευγε, θα έμπαινε στη φυλακή για φόνο και μάλιστα ίσως να έβρισκαν τρόπο να της φορτώσουν και τους άλλους φόνους! Η Λιζ ζει έναν εφιάλτη και η ζωή της είναι ένα βάρος γι' αυτήν. Η αυτοκτονία της είναι η μόνη λύτρωση για αυτήν.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Spooky stories - part 4

+ part 3
+ part 2
+ part 1
+ Πρόλογος

   Ο αρχηγός της κατασκήνωσης έστειλε δύο από τους άλλους εφτά ομαδάρχες να γυρίσουν στην Αγγλία με τα παιδιά, ενώ ο ίδιος και οι υπόλοιποι θα παρέμεναν στο βουνό να συζητήσουν αυτό που έγινε με τους υπαίτιους, τον Τζέρι και τον Ντρέικ. Μετά από έναν απίστευτα άγριο καυγά, ο Τζέρι έφυγε από το καταφύγιο και απομακρύνθηκε. Ο Ντρέικ, που ήταν κι αυτός παρών όταν συνέβη το μοιραίο, ανέλαβε να τον βρει και να τον φέρει στα λογικά του. Όταν τον βρήκε είχε νυχτώσει. Ο Τζέρι είχε στήσει σκηνή για τη νύχτα. Όταν ο Ντρέικ μπήκε μέσα, είδε τον φίλο του να έχει ένα τρομακτικό βλέμμα και να κρατάει ένα μαχαίρι, με το οποίο έκανε χαρακιές στα χέρια του. Ανατρίχιασε. Αυτό που του ήρθε στο μυαλό ήταν κάτι απίστευτα τρομακτικό: το βλέμμα του Τζέρι ήταν ολόιδιο με εκείνο του δολοφόνου με τα μακρυά μαλλιά και μάλιστα μια λεπτομέρεια του μύθου έλεγε πως εκείνος, όντας ψυχικά διαταραγμένος, χάραζε τα χέρια του... Ο Ντρέικ προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις μα επέστρεψαν όταν ο Τζέρι του είπε πως υπήρχε μόνο μία λύση για να αποδειχτούν αθώοι: να δώσουν στο δολοφόνο σάρκα και οστά... Ο Ντρέικ του είπε πως είχε τρελαθεί, μα η απάντηση του Τζέρι ήταν πως «δεν χρειάζεται να ακολουθήσεις». Στη συνέχεια ο τελευταίος σήκωσε ψηλά το μαχαίρι του και το έμπηξε με όλη του τη δύναμη στο λαιμό του Ντρέικ, ξανά και ξανά και ξανά, πιτσιλώντας το πανί της σκηνής με αίμα.
   Αυτό που θα ακολουθούσε ήταν μακελειό.
   Ο Τζέρι πέταξε το πτώμα του Ντρέικ από τον γκρεμό και έσκισε τη σκηνή του έτσι ώστε να δημιουργήσει κάτι σαν ρούχο που θα μπορούσε να ρίξει πάνω του. Το χρώμα της σκηνής ήταν σκούρο μπλε...
   Στη συνέχεια γύρισε στο καταφύγιο, στο οποίο έβαλε φωτιά, ενώ οι τρεις άλλοι ομαδάρχες κοιμούνταν. Κλείδωσε όλες τις πόρτες και πήγε στο δωμάτιο του αρχηγού. Πήρε ένα τσεκούρι και τον σκότωσε στον ύπνο του. Οι άλλοι δύο που είχαν μείνει ξύπνησαν από τα ουρλιαχτά του. Ο ένας σηκώθηκε γρήγορα, έτρεξε και κατάφερε να βγει έξω σπάζοντας ένα παράθυρο. Βγαίνοντας έξω είδε από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου το θάνατο του αρχηγού, ο οποίος πεθαίνοντας είχε καταφέρει να φτάσει το παράθυρο του δωματίου του, αφήνοντας στο τζάμι το ματωμένο αποτύπωμά του, καθώς δολοφονούνταν από τον Τζέρι. Ο άλλος όμως εγκλωβίστηκε από τη φωτιά και δεν είχε τρόπο διαφυγής. Μάταια προσπαθούσε να ανοίξει την μεγάλη πόρτα του καταφυγίου με όλη του τη δύναμη και ουρλιάζοντας και σε λίγο κάηκε από τη φωτιά.
   Αυτός που είχε καταφέρει να βγεί έξω είχε αρχίσει να τρέχει, όταν ξαφνικά είδε τον Τζέρι με τα σκούρα μπλε κουρέλια και το ματωμένο τσεκούρι στο χέρι να βρίσκεται μπροστά του, στα 15 μέτρα. Επιχείρησε να τρέξει προς τα πίσω για να του ξεφύγει, μα παραπάτησε. Ο Τζέρι ερχόταν σέρνοντας το τσεκούρι του και με το αργό βήμα του δολοφόνου που είναι σίγουρος ότι το θύμα του δεν μπορεί να του ξεφύγει...
   Δύο μέρες μετά, ο Τζέρι βρισκόταν πίσω στην Αγγλία. Τα γεγονότα είχαν διαδοθεί και το ότι ήταν ο μόνος από τους 6 ομαδάρχες που γύρισε είχε στρέψει όλα τα βλέμματα πάνω του. Δεν άργησε να οδηγηθεί στα δικαστήρια, κατηγορούμενος για φόνο...
   Όμως είχε μαθευτεί και κάτι ακόμα. Μία ημέρα μετά το λουτρό αίματος στη Ρωσία, είχε εξαφανιστεί ένας ορειβάτης στο γνωστό βουνό.
   Ο ορειβάτης είχε δει τον καπνό από το καταφύγιο και είχε πάει να δει τι συνέβαινε. Ήταν πολύ μακριά και του πήρε πολλές ώρες να φτάσει στο σημείο. Και όταν έφτασε, δεν είδε τίποτα ασυνήθιστο. Η φωτιά δεν είχε καμία επίδραση τριγύρω και είχε σβήσει αφύσικα γρήγορα.
   Η εξαφάνιση του ορειβάτη ενώ  ο Τζέρι δεν ήταν πια στην Ρωσία ήταν το άλλοθί του κι έτσι αφέθηκε ελεύθερος.
   Μα η Λιζ ήξερε ότι ήταν ένοχος. Και ήθελε κάτι να κάνει για αυτό.

Σκόπευα να τελειώσω την ιστορία σήμερα, αλλά το post θα ήταν υπερβολικά μεγάλο κι έτσι ανανεώνουμε το ραντεβού μας -δυστυχώς- για το επόμενο Σάββατο...  Αυτή τη φορά όμως θα τελειώσει, το υπόσχομαι!

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Spooky stories - part 3

Διαβάστε επίσης:

   Η Λιζ ξύπνισε όταν άκουσε πως κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Ανασυκώθηκε στο κρεβάτι της και κοίταξε έξω από το παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα της. Κάποιος  βρισκόταν στην εξώπορτα. Κάποιος που το μόνο που φορούσε ήταν κάτι κουρέλια. Κάτι κουρέλια σε σκούρο μπλε χρώμα. Ο άντρας φορούσε κουκούλα και η Λιζ δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του. Μπορούσε ωστόσο να καταλάβει ότι την κοιτούσε. Η Λιζ σηκώθηκε από το κρεβάτι. Είδε τον άντρα να ανοίγει με εξαιρετικά ήρεμες, αλλά και απόκοσμα απειλητικές κινήσεις την εξώπορτα και να ξεκινά να διασχίζει την αυλή. Εκείνη, κατατρομαγμένη, έτρεξε στο δωμάτιο της Μαίρης. Ξάπλωσε δίπλα της και την αγκάλιασε με την καρδιά της να είναι έτοιμη να σπάσει. Μα αυτό που κρατούσε στα χέρια της δεν ήταν η κόρη της. Δεν θα μπορούσε να είναι. Όταν σήκωσε τα σεντόνια συνειδητοποίησε πως στη θέση της Μαίρης βρισκόταν κουλουριασμένο ένα φρικαλέο πλάσμα, λεπτό σαν σκελετός, με ζαρωμένο δέρμα και ένα παραμορφωμένο πρόσωπο, χωρίς μάτια και με μια απίστευτα τρομαχτική έκφραση... Η Λιζ άρχισε να ουρλιάζει. Άκουσε και πάλι το χτύπημα στην πόρτα, η οποία άνοιξε απότομα και η Λιζ είδε τον τρομαχτικό άντρα να εισβάλλει στο σπίτι της.
   Και τότε ξύπνησε.
   Οι χτύποι στην πόρτα ακούγονταν ακόμη. Πήγε στο χολ και κοίταξε από το ματάκι. Είδε έναν άντρα που από κάπου τον είχε ξαναδεί. Άνοιξε την πόρτα. Ο άντρας την κοίταξε με ένα βλέμμα που συνδύαζε θλίψη, ντροπή και συμπόνια και στη συνέχεια χαμήλωσε το κεφάλι του. Μέσα στην ησυχία η Λιζ θυμήθηκε πού τον είχε ξαναδεί: Ήταν ένας από τους ομαδάρχες που θα συνόδευαν την Μαίρη και τα υπόλοιπα παιδιά στην εκδρομή. Στη συνέχεια θυμήθηκε το όνειρό της και η σκέψη πως δεν ήταν απλά ένα όνειρο, αλλά κάτι σαν οιωνός πάγωσε το αίμα στις φλέβες της. Ο άντρας δεν είχε μιλήσει, αλλά η Λιζ κατάλαβε: Η κόρη της ήταν νεκρή...
   Το κακό είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα. Μετά το ατύχημα της Μαίρης, τα παιδιά, σοκαρισμένα, οδηγήθηκαν στο καταφύγιο. Φυσικά, κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα. Την περισσότερη ώρα ακούγονταν φωνές από τον άγριο τσακωμό του Τζέρι με τον αρχηγό και διοργανωτή της εκδρομής. Τελικά ο Τζέρι έφυγε από το καταφύγιο και άρχισε να περπατάει στο βουνό. Κάποια στιγμή, βρέθηκε μπροστά από ένα ξέφωτο...
   Δεν ήταν τυχαίο που βρέθηκε εκεί. Εκείνη την νύχτα δεν ένιωθε πως ήταν ο εαυτός του. Ένιωθε σαν κάτι να τον οδήγησε εκεί. Στη μέση του ξέφωτου είδε αυτό το οποίο εξερευνητές προσπαθούσαν να ανακαλύψουν δεκαετίες τώρα. Ένας σκελετός. Μα για κάποιο μεταφυσικό λόγο δεν ήταν ξαπλωμένος ή ακουμπισμένος κάπου, αλλά όρθιος. Φορούσε κάτι κουρέλια σε σκούρο μπλε χρώμα. Με το ένα του χέρι στηριζόταν σε ένα μεγάλο ξύλο, σαν μαγκούρα, προς το οποίο έγερνε, ενώ με το άλλο κρατούσε ένα βιβλίο.
   Ο Τζέρι πλησίασε. Φοβόταν, αλλά δεν δίσταζε. Έφτασε κοντά και περιεργάστηκε με τα μάτια του τον σκελετό του δολοφόνου. Ένιωθε σαν να είχε μπροστά του κάποιον ζωντανό. Και όχι μόνο ζωντανό, αλλά και διαβολικό. Στη συνέχεια κοίταξε το βιβλίο. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν πως ό,τι ήταν γραμμένο ήταν γραμμένο με αίμα. Μετά συνειδητοποίησε πως αυτά που διάβαζε ήταν ονόματα. Και είδε τα ονόματα αρχικά της Μαίρης και, στη συνέχεια, όλων των ομαδαρχών, μαζί και το δικό του...
   Μόνο που τώρα πια δεν φοβόταν. Αντίθετα, ένιωθε κι ο ίδιος... δαιμονικός!

Ραντεβού το επόμενο Σάββατο, με το τελευταίο απ' ό,τι φαίνεται μέρος της ιστορίας...

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Spooky stories - part 2

+ Πρόλογος
+ part 1

Η Λιζ είναι μια σαραντάρα Αγγλίδα που ζει στο Λονδίνο. Ο άντρας της πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια σε τροχαίο. Έχει μία κόρη, την Μαίρη, η οποία είναι επτά χρονών. Η Λιζ δεν έχει άλλα κοντινά πρόσωπα να τη στηρίξουν, παρά μόνο ένα μακρινό ξάδερφο, τον Ντάρεν, ο οποίος όμως ζει στο εξωτερικό. Αυτό το καλοκαίρι η Λιζ τον φιλοξενεί και, βλέποντας την άσχημη ψυχολογική κατάσταση της Λιζ, ο Ντάρεν της πρότεινε να στείλει την κόρη της για δύο βδομάδες σε κατασκήνωση, ώστε να μπορέσει να χαλαρώσει. Φυσικά η μικρή ήταν πολύ στεναχωρημένη και δεν ήθελε καθόλου να πάει και ο Ντάρεν τη ρώτησε:
«Τι σε τρομάζει σχετικά με την κατασκήνωση Μαίρη;»
«Λένε τρομακτικές ιστορίες!» απάντησε εκείνη.
«Μα οι τρομακτικές ιστορίες έχουν πλάκα!» Ο Ντάρεν ήθελε να την καθησυχάσει, αλλά δεν ήξερε πόσο λάθος έκανε...

Αφού οι διοργανωτές της εκδρομής βεβαίωσαν για πολλοστή φορά τους γονείς ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κανένα απολύτως πρόβλημα και πως θα τα παιδιά θα είναι απόλυτα ασφαλή, ξεκίνησε το ταξίδι...

Οι πρώτες ημέρες στο σκεπασμένο με χιόνι βουνό κύλισαν ήρεμα και τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα. Για την καλύτερη ασφάλειά τους, έμεναν σε ένα εγκαταλελειμμένο καταφύγιο εκεί κοντά. Την τρίτη όμως ημέρα όλα έμελλαν να αλλάξουν. Παραδόξως ήταν η λιγότερο ριψοκίνδυνη μέρα κι έτσι για κάθε δραστηριότητα αναλάμβαναν λίγοι μόνο από τους οχτώ ομαδάρχες που συνόδευαν τους μικρούς. Το βράδυ λοιπόν υπεύθυνοι ήταν μόνο δύο από αυτούς: Ο Ντρέικ και ο Τζέρι. Ο Ντρέικ πήρε τα παιδιά, τα πήγε στο κατάλληλο μέρος του βουνού, άναψε μια φωτιά και τα έβαλε να κάτσουν σε ένα μεγάλο κύκλο. Θα έλεγαν τρομακτικές ιστορίες...

Ο Ντρέικ ξεκίνησε να διηγείται:
«Υπάρχει ένας θρύλος για αυτό το βουνό. Πολύ καιρό πριν, υπήρχε εδώ στη Ρωσία ένας δολοφόνος, για τον οποίο λένε πως έχει μείνει στην ιστορία για τα αποτρόπαια εγκλήματά του... Μια μέρα, οι αρχές τον συνέλαβαν. Σε λίγες ημέρες θα τον εκτελούσαν, μα μέχρι τότε τον βασάνιζαν με τους πιο άρρωστους τρόπους που μπορεί να συλλάβει ο νους, ως απάντηση στα εξίσου άρρωστα εγκλήματά του. Όμως λίγο πριν έρθει η στιγμή της εκτέλεσης, κατάφερε και το έσκασε. Φανταστείτε τον ως έναν μεγαλόσωμο άντρα με πολύ μακριά, ίσια, κατάμαυρα μαλλιά και μούσι. Όταν το έσκασε βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Ήταν κοκαλιασμένος σαν σκελετός από την πείνα και το μόνο που φορούσε ήταν κάτι κουρέλια σε σκούρο μπλε. Στην κατάσταση που βρισκόταν, το βλέμμα του από μόνο του ήταν απίστευτα τρομακτικό. Κατέφυγε σε αυτό το βουνό όπου και κρύφτηκε και, ξέροντας πως δεν έχει πολύ ακόμα χρόνο ζωής, έριξε κατάρα στο βουνό και σε όποιον τον αναζητήσει ή βρεθεί κοντά του να βρει τραγικό θάνατο...»

Καθώς όλα τα παιδιά ήταν καθηλωμένα και με σηκωμένη την τρίχα κάγκελο, πετάγεται από πίσω τους ο Τζέρι, ντυμένος μόνο με κάτι κουρέλια σε σκούρο μπλε χρώμα, και αρχίζει να ουρλιάζει σα μανιακός. Όσο κι αν τρόμαξαν αρχικά όλοι, δεν άργησαν να καταλάβουν πως ήταν αστείο και έβαλαν τα γέλια. Με εξαίρεση τη Μαίρη, η οποία τρόμαξε τόσο πολύ, που το έβαλε στα πόδια και ο Τζέρι, αντί να σταματήσει, συνέχισε να την κυνηγά. Όταν αποφάσισε να σταματήσει ήταν πια πολύ αργά. Η Μαίρη, στην προσπάθειά της να απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε, σκόνταψε και έπεσε στα κατσάβραχα του βουνού. Ο Τζέρι έφτασε τρέχοντας στο σημείο που είχε πέσει, για να διαπιστώσει πως οι βράχοι μπροστά του ήταν γεμάτοι με αίμα...

See ya next Saturday...

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Spooky stories - part 1

Εισαγωγή: Εδώ ξεκινάει η τρομαχτική ιστορία που είχα υποσχεθεί από την προηγούμενη εβδομάδα. Για περισσότερα διαβάστε τον Πρόλογο. Καλές ανατριχίλες...

 Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια ομάδα εξερευνητών. Ήταν από τους πιο γενναίους εξερευνητές στην Αμερική (ναι, πιο γενναίοι και απ' την Ντόρα), γι' αυτό είχαν αναλάβει να λύσουν ένα ανατριχιαστικό μυστήριο σε ένα πολύ ψηλό βουνό της Ρωσίας, παρά τις προειδοποιήσεις των Ρώσων. Η ομάδα ήταν μεγάλη, μα οι περισσότεροι γρήγορα άρχισαν να έχουν αμφιβολίες και αποφάσισαν να σταματήσουν και να μην ανέβουν ψηλότερα στο βουνό, μέχρι να αποφασίσουν αν τελικά θα συνεχίσουν. Ο αρχηγός και άλλοι τρεις εξερευνητές, τους θεώρησαν δειλούς και συνέχισαν. Κάποια στιγμή οι τρεις άντρες αισθάνονται τον κίνδυνο που τους απειλεί και αποφασίζουν να σταματήσουν κι αυτοί. Ο αρχηγός τους το επέτρεψε, αλλά όντας σίγουρος πως βρίσκεται πολύ κοντά στη λύση του μυστηρίου (όχι δεν ξέρετε τι είναι αυτό το μυστήριο ακόμα, θα το μάθετε στη συνέχεια) συνέχισε μόνος του. Αυτό που δεν γνώριζε ήταν πως οι τρεις σύντροφοί του δεν τον ακολουθούσαν όχι απλώς επειδή δεν ήθελαν, αλλά επειδή δεν ήταν ζωντανοί!
 Καθώς κάθονταν στα χιονισμένα βράχια, ό ένας απομακρύνθηκε λίγο σκεφτικός, μα δεν ξαναγύρισε. Ένιωσε κάτι να τον τραβάει και εκτινάχθηκε στον ουρανό. Ο δεύτερος, όταν συνειδητοποίησε ότι καθόταν δίπλα από μια πολύ βαθιά σπηλιά ήταν πολύ αργά. Κάτι τον τράβηξε μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς. Όταν ο τρίτος κοίταξε, αυτή είχε εξαφανιστεί. Τότε ένιωσε το έδαφος από κάτω του να υποχωρεί και πριν το καταλάβει, το χιόνι τον είχε ρουφήξει και τον είχε εξαφανίσει από τη γη.

 Αγνοώντας τα παραπάνω, ο αρχηγός βρισκόταν μπροστά από ένα ξέφωτο. Είχε φτάσει στον στόχο του. Μα μόλις είδε τι βρισκόταν στη μέση του ξέφωτου ο φόβος τον κυρίευσε και ο θάνατος τον αγκάλιασε, αποτυπώνοντας στο πρόσωπό του μια τρομαχτική έκφραση (ο θάνατός του είναι επηρεασμένος από τον θάνατο της Katie, στην αρχή του "Ring", αν θυμάστε)... 


The ring

 Σήμερα, μερικές δεκαετίες αργότερα, η Λιζ, μητέρα και χήρα που ζει στην Αγγλία, αποφασίζει να στείλει την επτάχρονη κόρη της, Μαίρη, σε μία κατασκήνωση, η οποία, αν και συνήθως γινόταν εντός της Μεγάλης Βρετανίας, φέτος τυχαίνει να γίνεται σε ένα ψηλό βουνό στη Ρωσία. Ξέρετε εσείς ποιο...

Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο...

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Spooky stories

Spooky stories - Πρόλογος


Πριν από αρκετά χρόνια είχα πάει με τρεις φίλους μου διακοπές και μία νύχτα, που ήμασταν σε ένα εστιατόριο, χωριστήκαμε από γονείς και κάτσαμε σε ένα αρκετά απομονωμένο τραπέζι σε μια γωνιά, υπό το φως ενός κεριού. Εκμεταλλευτήκαμε την ατμόσφαιρα και αρχίσαμε -τι άλλο;- να λέμε τρομαχτικές ιστορίες...
Από παλιότερα, επειδή δεν ήξερα πώς τελείωνε η αγαπημένη μου spooky story και την έλεγα μέχρι κάποιο μόνο σημείο, παίζαμε ένα παιχνίδι: συνεχίζαμε τις τρομαχτικές ιστορίες που λέγαμε, αυτοσχεδιάζοντας και προσπαθώντας να τις κάνουμε φυσικά όσο το δυνατόν πιο ανατριχιαστικές...
Από τη μία, το παιχνίδι αυτό είναι δημιουργικό. Από την άλλη όμως, όταν έχεις επηρεαστεί από τόσες ιστορίες, τότε η φαντασία σου μπορεί να γίνει πολύ μακάβρια...

Τέλος πάντων, σήμερα ξαφνικά θυμήθηκα μια ιστορία, την οποία από απλή spooky ιστοριούλα, την μετατρέψαμε σε ολόκληρο story ταινίας τρόμου, και αποφάσισα να τη γράψω στο blog...

Η ιστορία θα ξεκινήσει το Σάββατο 13/11 με το part 1 και κάθε part θα δημοσιεύεται κάθε Σάββατο. Καλές ανατριχίλες...

Υ.Γ.: Γράφοντας "spooky photos" στο Google, βρήκα και αυτήν την φωτογραφία:


ΜΠΟΥ!!!